Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Decadence

Θα φτιάξω ένα ποίημα τεχνητό

Για να υμνήσω την Ελλάδα

Μία δομή επίπεδη, ηρωϊκή

Με λέξεις αερόηχες του έπους του ΄40

Θα τις κολλήσω έτσι σαν κολλάζ

Σ΄ένα χαρτόνι ξέθωρο γαλάζιο

Ενώνοντάς τες κατά την περίπτωση

Με «ούχου» και ολίγον ενθουσιασμόν

Θα είναι ποίημα έρωτα

Μωσαϊκό αγάπης ή και μίσους

Μίσους για τους μισούς τους Έλληνες

Ολους εμάς που όντες στην Ελλάδα

Αφησαν σκώληκες και ποντικούς

Και γενικώς τα ερπυστριοφόρα

Να οστρακίσουν την ποιητική
Εξω απ΄τα σύνορά της

Για να ξεμείνουμε εδώ 

Τα τέλφια του καφέ

Αναίσχυντα ιζήματα 

Ποκίλης φύσεως αφεψημάτων

Enfant gaté και débutant

Πεδίο δράσης μάντεων

Και γητευτών πολιτικών κομμάτων

Ελλάς, άχθος αρούρης

Αμπέλι ξέφραγο και βοσκοτόπι

Ποιμένων τρωκτικών

Ασπόνδυλων και μαλακίων

Που λιάζονται νωχελικά στον ήλιο σου

Συνάμα ψάχνοντας για θέση στο κατάστρωμα

Του πλοίου που αυτοί ονόμασαν

«Ελλάς, το Μέγα Απορριμματοφόρον»

-----------
Χρίστος Γούδης, από την Ιερή Συνεύρεση

Sol Invictus

Ήλιε Νοητέ,
Εσύ που είσαι το Φως,
έλα στη Γη.
Κι Εσύ Ήλιε ορατέ,
ρίξε τις ακτίνες σου
στη λάσπη που ψήνεται.
Ας γίνει ένα καταστάλαγμα,
για να μπορέσουν
τα Εγώ να ζήσουν,
να υπάρξουν
και να σταθούν
πάνω στη δονούμενη γη.
Ας μην επικρατήσει η νύχτα
που είναι το μικρόν
και κινδυνέψει
να σώσει
το απόσταγμα του πυρός
μέσα στη λάσπη
που κοχλάζει.
Και ας αναπτυχθεί
η Ψυχή
που είναι το μέγιστο
και το σημαντικότερο όλων.*

~~~~~
Ευτυχισμένο Θερινό Ηλιοστάσιο!
~~~~~

* Απόδοση της σημασίας της ελληνικής αλφάβητου, γνωστή και ως «η προσευχή των ελλήνων»

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Κατώτερος των περιστάσεων

Καλώς ή κακώς
δεν είμαι άνθρωπος ανταγωνιστικός
στον εαυτό μου μονάχα παραβγαίνω
μπορεί κιόλας μόνο εκεί να με παίρνει
πάντως σας λέω
του χώνομαι άσχημα
του μπαίνω στο ρουθούνι
του πάω στοίχημα στο τρέξιμο
πως θα τερματίσω όλο και πιο αργά
στο άλμα εις ύψος
πως θα περάσω κάτω από τον πήχη
όλο και πιο χαμηλά.
Δεν παραπονιέμαι όμως
κουτσά στραβά τα καταφέρνω
βρίσκομαι πάντα
κατώτερος των περιστάσεων
ανεπαρκής των συνθηκών
σαν το σκουλήκι στη γούβα του σέρνομαι
όλα κι όλα, αυτό το πετυχαίνω.


-------
Xρήστος Πελτέκης
«Συγκομιδή από την εποχή της ξηρασίας»
Εκδόσεις orphan drugs

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

The Sun Always Reminds Me of You

It's a beautiful day
And I went for a walk
But I saw that old dirt path
Where we used to talk
Where is the rain
Cause some spring lovers
Are bringing me down again
The years have come
And your hands have gone
But your land is something
Lost in a song
Why does the sun always remind me of you
Yes it does
I hope a new day will come
And cover up what I done
Why does the sun always remind me of you
I would know
That there ain't nothing but love songs
On the radio
Turn on the colored days
To peel away the skin
The sun will turn my hands to gold
More than any alchemist
Sea water it rounds the edge of shard and turns to sand
I heard you bought a house
And light it up with glass and second hand
Why does the sun always remind me of you
Yes it does
I hope a new day will come
And cover up what I have done
Why does the sun always remind me of you
I would know
That there aint nothing but love songs
On the radio
Always reminds me of you
Yes it does
It always reminds me of you
Yes it does,
Yes it does,
Yes it does
Why does the sun always remind me of you
I hope a new day will come
And cover up what I have done
Why does the sun always remind me of you
I hope a new day will come
And cover up what I have done
Why does the sun always remind of you
I would know
That there ain't nothing but love songs
On the radio

-------
Marissa Nadler

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

The Golden Journey To Samarkand

I
We who with songs beguile your pilgrimage
And swear that Beauty lives though lilies die,
We Poets of the proud old lineage
Who sing to find your hearts, we know not why, -

What shall we tell you? Tales, marvellous tales
Of ships and stars and isles where good men rest,
Where nevermore the rose of sunset pales,
And winds and shadows fall towards the West:

And there the world's first huge white-bearded kings
In dim glades sleeping, murmur in their sleep,
And closer round their breasts the ivy clings,
Cutting its pathway slow and red and deep.

II
And how beguile you? Death has no repose
Warmer and deeper than the Orient sand
Which hides the beauty and bright faith of those
Who make the Golden Journey to Samarkand.

And now they wait and whiten peaceably,
Those conquerors, those poets, those so fair:
They know time comes, not only you and I,
But the whole world shall whiten, here or there;

When those long caravans that cross the plain
With dauntless feet and sound of silver bells
Put forth no more for glory or for gain,
Take no more solace from the palm-girt wells.

When the great markets by the sea shut fast
All that calm Sunday that goes on and on:
When even lovers find their peace at last,
And Earth is but a star, that once had shone.

---------
James Elroy Flecker

Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

Ελεγεία σ' έναν μικρό ιππότη

Απόψε στους σκονισμένους κάμπους
καβάλα τρέχει
έχοντας στο στόμα του ένα τραγούδι
τη μοναξιά της ηλικίας του
ξεσκούφωτος
τρυφερός σα χνούδι

Αχ αγαπημένε μου βυζαντινέ ιππότη
μαρμαρωμένο όμορφο παιδί
που πας στις έρημες κοιλάδες της Καππαδοκίας
βλέπω στον ουρανό σημάδια
οσμίζομαι αίμα

----------
Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους "Ερημιά", Ποιήματα ~ Ελεγείες, προσωπική έκδοση

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

Paper Boats

Day by day I float my paper boats one by one down the running stream.

In big black letters I write my name on them and the name of the village where I live.

I hope that someone in some strange land will find them and know who I am.

I load my little boats with shiuli flowers from our garden, and hope that these blooms of the dawn will be carried safely to land in the night.

I launch my paper boats and look up into the sky and see the little clouds setting their white bulging sails.

I know not what playmate of mine in the sky sends them down the air to race with my boats!

When night comes I bury my face in my arms and dream that my paper boats float on and on under the midnight stars.

The fairies of sleep are sailing in them, and the lading is their baskets full of dreams.

-------
Rabindranath Tagore, The Crescent Moon