Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

The Golden Journey To Samarkand

We who with songs beguile your pilgrimage
And swear that Beauty lives though lilies die,
We Poets of the proud old lineage
Who sing to find your hearts, we know not why, -

What shall we tell you? Tales, marvellous tales
Of ships and stars and isles where good men rest,
Where nevermore the rose of sunset pales,
And winds and shadows fall towards the West:

And there the world's first huge white-bearded kings
In dim glades sleeping, murmur in their sleep,
And closer round their breasts the ivy clings,
Cutting its pathway slow and red and deep.

And how beguile you? Death has no repose
Warmer and deeper than the Orient sand
Which hides the beauty and bright faith of those
Who make the Golden Journey to Samarkand.

And now they wait and whiten peaceably,
Those conquerors, those poets, those so fair:
They know time comes, not only you and I,
But the whole world shall whiten, here or there;

When those long caravans that cross the plain
With dauntless feet and sound of silver bells
Put forth no more for glory or for gain,
Take no more solace from the palm-girt wells.

When the great markets by the sea shut fast
All that calm Sunday that goes on and on:
When even lovers find their peace at last,
And Earth is but a star, that once had shone.

James Elroy Flecker

Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

Ελεγεία σ' έναν μικρό ιππότη

Απόψε στους σκονισμένους κάμπους
καβάλα τρέχει
έχοντας στο στόμα του ένα τραγούδι
τη μοναξιά της ηλικίας του
τρυφερός σα χνούδι

Αχ αγαπημένε μου βυζαντινέ ιππότη
μαρμαρωμένο όμορφο παιδί
που πας στις έρημες κοιλάδες της Καππαδοκίας
βλέπω στον ουρανό σημάδια
οσμίζομαι αίμα

Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους "Ερημιά", Ποιήματα ~ Ελεγείες, προσωπική έκδοση

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

Paper Boats

Day by day I float my paper boats one by one down the running stream.

In big black letters I write my name on them and the name of the village where I live.

I hope that someone in some strange land will find them and know who I am.

I load my little boats with shiuli flowers from our garden, and hope that these blooms of the dawn will be carried safely to land in the night.

I launch my paper boats and look up into the sky and see the little clouds setting their white bulging sails.

I know not what playmate of mine in the sky sends them down the air to race with my boats!

When night comes I bury my face in my arms and dream that my paper boats float on and on under the midnight stars.

The fairies of sleep are sailing in them, and the lading is their baskets full of dreams.

Rabindranath Tagore, The Crescent Moon

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016


Φαιόχρυσες υψώνονται επάνω απ' τα νερά
της αγράμπελης κυρίαρχα οι συστάδες
και επωάζουνε τη σκυθρωπή ημέρα, στα νερά
τα τρεμοπαίζοντα, πελώριες κυράδες.

Μια ανελέητη σπατάλη των νερών
κυριαρχεί κι υψώνει την ισχνή της χαίτη
εκεί που η κυοφορούμενη μέρα των θαλασσών
ατενίζει παιχνιδιάρικα απ' ανία εγκαταλειμμένη.

Υψώσου, κυριάρχησε, ω άμπελος χρυσή
με των καρπών σου τα τσαμπιά σαν μια πλημμύρα,
που τρεμοσβήνει απέραντη καθώς κι ανηλεής
απ' της αβεβαιότητας την καταιγίδα.

Τζαίημς Τζόυς, Τα ποιήματα της πεντάρας, Εκδ. Οδός Πανός



Goldbrown upon the sated flood
The rockvine clusters lift and sway;
Vast wings above the lambent waters brood
Of sullen day.

A waste of waters ruthlessly
Sways and uplifts its weedy mane
Where brooding day stares down upon the sea
In dull disdain.

Uplift and sway,  O golden vine,
Your clustered fruits to love's full flood,
Lambent and vast and ruthless as is thine

James Joyce, Poems penyeach

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016


-Είσαι αμείλικτη σχετικά μ' εκείνα που σκοπεύεις να υπερασπιστείς.

-Είναι, βλέπεις, κι αυτή μια ιδιότητα της Σελήνης.

-Ατενίζεις συνεχώς τον Ουρανό. Αναζητάς κάτι;

-Όχι. Συγκεντρώνω άστρα. Χρειάζομαι άστρα.

-Άστρα; Νόμιζα πως μόνο βέλη χρειαζόσουν.

-Τα βέλη μου είναι τ' άστρα. 

-Άστρα λοιπόν έχεις στην φαρέτρα σου;

-Άστρα. Μόνο.

Aγγελική Mουστάκου

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016


τα παντελόνια σας
Αγαπητοί μου Κύριοι:
και σεις
Κυρίες μου που κρύβεστε
πίσω από το πράσινο φως
του φεγγαριού
σηκώστε τα φουστάνια σας.
Σε λίγο φτάνουμε στην κόλαση.

«Το άρωμα της σήψης», Γιάννης Βραχνός, Εκδ. Καπάνι

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

Θα ξανάρθουμε

Προτείναμε τα μελανιασμένα στήθη μας
Στα ξωτικά των λεωφόρων
Ουρλιάξαμε από κατάνυξη
Στις τακτικές ολονύχτιες λατρείες μας
Εγώ κι οι φίλοι μου
Είχαμε τους θεούς με το μέρος μας
Τίποτα δε φαινόταν πως μπορούσε
Να σκορπίσει τα σκονισμένα μας στέμματα
Εγώ κι οι φίλοι μου
Ατρόμητοι βασιλιάδες των σκοταδιών
Μονάχα ο χρόνος απεδείχθη
Σταθερός κι ανελέητος εχθρός
Μας κατατρόπωσε
Τώρα μπορείτε ανέμελοι να ψιθυρίζετε
Τις νυσταγμένες μελωδίες σας
Στα σοκάκια που κληρονομήσατε
Μα θα ξανάρθουμε
Κι αλίμονό σας
Θα ξανάρθουμε

Γιάννης Αγγελάκας, "Πώς τολμάς και νοσταλγείς τσόγλανε;"
Εκδ. Νέα Σύνορα - Α. Α. Λιβάνη