Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

Το άλογο που είχε ένα σκασμένο λάστιχο

Μια φορά και μια πεδιάδα
κατέβηκε από κάποια
χρυσογάλαζα βουνά
ένας όμορφος π΄ριγκηπας
καβάλα σ' ένα
άλογο στο χρώμα της αυγής
που το 'λέγαν Λόρντσμπουργκ.

Σ' αγαπώ
Είσαι το κάστρο της ανάσας μου
Τρυφερά τόσο τρυφερά
Θα ζήσουμε για πάντα

Σε μια πεδιάδα
ήταν μια όμορφη κόρη
που ο πρίγκηπας
παρασύρθηκε στον έρωτά της
σαν ένα Νέο Μεξικό φτιαγμένο από
μήλο κεραυνό και μακριά
γυάλινα κρεβάτια.

Σ' αγαπώ
Είσαι το κάστρο της ανάσας μου
Τρυφερά τόσο τρυφερά
Θα ζήσουμε για πάντα

Ο πρίγκηπας γοήτευσε
την κόρη
και έφυγαν μαζί καβάλα
στ' άλογο με το χρώμα της αυγής
που το 'λέγαν Λόρτσμπουργκ
προς τα χρυσογάλαζα βουνά.

Σ' αγαπώ
Είσαι το κάστρο της ανάσας μου
Τρυφερά τόσο τρυφερά
Θα ζήσουμε για πάντα

Θα είχανε ζήσει
ευτυχισμένα κατόπιν
αν δεν έπιανε λάστιχο
το άλογο
μπροστά σ' ενός δράκου
το σπίτι.

--------
Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν, Ποιήματα, Εκδ. Νεφέλη
Μετάφραση: Κώστας Γιαννουλόπουλος


----------------------------------------

[the horse that had a flat tire]

Once upon a valley

There came down

From some goldenblue mountains

A handsome young prince

Who was riding a dawncolored horse

Names Lordsburg.



I love you

You’re my breathing castle

Gentle so gentle

We’ll live forever



In the valley

There was a beautiful maiden

Whom the prince drifted into love with

Like a New Mexico made from apple thunder
and long 
glass beds.



I love you

You’re my breathing castle

Gentle so gentle

We’ll live forever

The prince enchanted

The maiden

And they rode off

On the dawncolored horse
Named Lordsburg

Toward the goldenblue mountains.



I love you

You’re my breathing castle

Gentle so gentle

We’ll live forever

They would have lived 

happily ever after

if the horse hadn’t had 

a flat tire

In front of a dragon’s

House.

--------
Richard Brautigan

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Ο δρόμος που δεν ακουλουθήθηκε

Δυο δρόμοι αποκλίναν σ' ένα κίτρινο δάσος
Και περίλυπος που δεν μπορούσα να ταξιδέψω και τους δύο
Παραμένοντας ένας ταξιδευτής, στάθηκα επί πολύ
Κοιτάζοντας ως πέρα τον ένα μέχρι εκεί που μπορούσα
Ως το σημείο που έστριβε μέσα στους θάμνους.

Ύστερα πήρα τον άλλο, ως εξίσου ωραίο
Κι ίσως επειδή είχε ένα δικαίωμα παραπάνω,
Διότι ήταν χλοερός και δίχως φθορά·
Μολονότι ως προς αυτό, το πέρασμα από κει
Τους είχε πραγματικά φθείρει περίπου το ίδιο.

Και οι δυο εκείνο το πρωί ξετυλίγονταν όμοια,
Με φύλλα που κανένα βήμα δεν είχε μαυρίσει πατώντας τα.
Ω, κράτησα τον πρώτο για μιαν άλλη μέρα!
Ωστόσο γνωρίζοντας πως ένα δρόμος οδηγεί σε δρόμο
Αμφέβαλλα αν ποτέ θα γύριζα πίσω.

Θα διηγούμαι αυτό μ' έναν αναστεναγμό
Κάποτε χρόνια και χρόνια από τώρα:
Δυο δρόμοι αποκλίναν σ' ένα δάσος, κι εγώ
Πήρα εκείνον που ήταν λιγότερο ταξιδεμένος·
Κι είναι αυτό που έκανε όλη τη διαφορά.

-------
Ρόμπερτ Φροστ, Εικοσιπέντε Ποιήματα, Εκδ. Δελφίνι
Μετάφραση: Νίκος Φωκάς

 -----------------------------------------

The Road Not Taken

TWO roads diverged in a yellow wood,
And sorry I could not travel both
And be one traveler, long I stood
And looked down one as far as I could
To where it bent in the undergrowth;

Then took the other, as just as fair,
And having perhaps the better claim,
Because it was grassy and wanted wear;
Though as for that the passing there
Had worn them really about the same,

And both that morning equally lay
In leaves no step had trodden black.
Oh, I kept the first for another day!
Yet knowing how way leads on to way,
I doubted if I should ever come back.

I shall be telling this with a sigh
Somewhere ages and ages hence:
Two roads diverged in a wood, and I—
I took the one less traveled by,
And that has made all the difference.

Robert Frost

Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

Αρχιτελώνες

Εμπορεύτηκαν το δειλινό
Εξαγόρασαν την ελεύθερη συνείδηση
της χαραυγής
Εξανδραπόδησαν την αθωότητα
Υποθήκευσαν το όνειρο
Αποδεκάτισαν τον ηδύοσμο
Άπλωσαν τ' αργύρια
σ' αλαβάστρινο τραπέζι
κι άρχισαν να μετράνε
Όμως ο καλός ιερέας
χρίει ήδη τον πάσχοντα
στο ιερό ευχέλαιο
Μόλις τελειώσει
τη μυστική ευχή
οι αρχιτελώνες
θα το βάλουν στα πόδια
για πάντα.

[ Δήμητρα Παυλάκου, «Ακολουθία των ωρών», Εκδ. Αρμός ]

Εκλάμψεις

Είναι εκείνες οι εκλάμψεις του πνεύματος που με βιάζουν να σφίξω το μολύβι.
Χαρακώνω το χαρτί με τον επιθανάτιο ρόγχο της ψυχής μου.
Δεν πέρασε πολύς καιρός απ' όταν έπαψα να πιστεύω στα παραμύθια.
Κατάλαβα πια πως η λαιμητόμος κατάπιε όλους τους πρίγκηπες.
Φόρεσα και 'γω την πανοπλία των πρέπει και ξεκίνησα μαζί με τους σταυροφόρους.
Σκληροτράχηλη και άτρωτη επιφανειακά σκοτώνω για να βρω το άγιο δισκοπότηρο.
Προσδοκούσα να γνωρίσω καλύτερα τους γύρω μου συνοδοιπόρους.
Κατέληξα να προσπαθώ να γνωρίσω καλύτερα εμένα.
Συνήθισα στα παλιά.
Έμαθα να ελπίζω στα καλύτερα.
Να υπομένω τα νέα.
Το μόνο που θα 'θελα ήταν να μπορέσω να ξεφορτωθώ τις εκλάμψεις.
Ευτυχείς εκείνοι που δεν τις έχουν.

[ Χριστίνα Καμπά, «Κλεμμένες Στιγμές», Εκδ. ΑλΔΕ ]

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

Πρόσωπα



Περνώντας από πεζοδρόμια ή παίρνοντας τη στράτα για την εξοχή,
στοχαστείτε τι πρόσωπα απαντάμε.
Πρόσωπα φιλικά, σωστά, προνοητικά και τερπνά και ιδανικά.
Το πνευματικό προγνωστικό πρόσωπο, το απλοϊκό καλόκαρδο πρόσωπο πάντα καλοδεχούμενο,
Το πρόσωπο που μοιάζει σαν τραγούδι, το μέγα πρόσωπο των φυσικών δικαστών και δικηγόρων με τα φαρδιά κεφάλια,
Τα πρόσωπα των κυνηγών και των ψαράδων με τα παχειά τους φρύδια, τα ξυρισμένα και κάτασπρα πρόσωπα των ορθόδοξων αστών,
Το αγνό, παράφορο, ερευνητικό, φλογισμένο από τον πόθο πρόσωπο του καλλιτέχνη,
Το άσχημο το πρόσωπο κάποιας ωραίας ψυχής, τ' όμορφο πρόσωπο όπου το αντιπαθούνε, ή το περιφρονούνε,
Τ' άγια των μικρών παιδιών τα πρόσωπα, το φωτεινό πρόσωπο της μάνας με τα πολλά παιδιά,
Το πρόσωπο το ερωτευμένο, το σεβάσμιο πρόσωπο,
Το πρόσωπο που φαίνεται σαν όνειρο, το πρόσωπο που μοιάζει βράχο ασάλευτο,
Το πρόσωπον οπώχει ξεθωριάσει το καλό και το κακό του, ένα ευνουχισμένο πρόσωπον,
Άγριο γεράκι με φτερά ψαλιδισμένα,
Βαρβάτον άλογον οπώχει πια υποκύψει στα λουριά και στο νυστέρι του ευνουχιστή!

Συργιανώντας έτσι δα στα πεζοδρόμια ή διαβαίνοντας τ' αδιάκοπα περάματα, πάντα μπροστά μου πρόσωπα, και πάλι πρόσωπα, κι ολοένα κι άλλα πρόσωπα,
Και τα κοιτώ και δε με θλίβουν, μα όλα μου κάνουνε χαρά.

-------
Walt Whitman, «Φύλλα Χλόης»
Εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας
Ελληνική Απόδοση: Νίκου Προεστόπουλου

--------------------------------------------------------

Faces

SAUNTERING the pavement, or riding the country by-road—lo! such faces!
Faces of friendship, precision, caution, suavity, ideality;
The spiritual, prescient face—the always welcome, common, benevolent face,
The face of the singing of music—the grand faces of natural lawyers and judges, broad at the back-top;
The faces of hunters and fishers, bulged at the brows—the shaved blanch’d faces of orthodox citizens;
The pure, extravagant, yearning, questioning artist’s face;
The ugly face of some beautiful Soul, the handsome detested or despised face;
The sacred faces of infants, the illuminated face of the mother of many children;
The face of an amour, the face of veneration;
The face as of a dream, the face of an immobile rock;
The face withdrawn of its good and bad, a castrated face;
A wild hawk, his wings clipp’d by the clipper;
A stallion that yielded at last to the thongs and knife of the gelder.

Sauntering the pavement, thus, or crossing the ceaseless ferry, faces, and faces, and faces:
I see them, and complain not, and am content with all.

-------
Walt Whitman, "Leaves of Grass"